Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΟΤΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ ΜΕ ΤΙΣ ΕΛΠΙΔΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΓΩΝΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΗΣ...
ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΜΕ ΔΩΡΑ ΠΟΥ ΒΟΥΛΙΑΞΑΝ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΔΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΜΕΝΟΜΕΝΗ ΧΑΡΑ...

"ΤΑ ΛΙΜΑΝΑΚΙΑ"

"Πού να θυμηθεί όλες τις παραγγελίες, ο καπετάν Ηλίας της Μπαμπλένως, που του είχανε φορτώσει οι καλοί συμπατριώτες του νησιού του!
Έπρεπε να θυμάται αυτά που του είπε ο Δελχαρόγιαννος ο Χασάπης, ή τα πράγματα που του ζήτησε ο γερο – Πανάς. Άλλος του ‘χε δώσει λεφτά προκαταβολή για να του πάρει ένα τρυγολόγο, άλλος για ένα σουγιά, άλλος για να του πάρει πιάτα. Ο Γιάννης ο Αντώναρος του ‘χε παραγγείλει μια σβάρνα, και η Μαργαρώ της Πασσίνας του ‘χε δώσει λεφτά για να της ψωνίσει κουντούρες κόκκινες, δηλαδή παντόφλες μυτερές.
Αφού τα ψώνισε όλα, μπαρκάρισε στη μπρατσέρα κάπου τρεις τη νύχτα.


Ξημέρωνε 30 Δεκεμβρίου. Λογάριαζε πως θα ‘φτανε το βράδυ της παραμονής του Αη – Βασίλη στο μικρό νησάκι του, που ήτανε μακριά από το Βόλο, κάπου τριάντα μίλια.

Του άρεσε πάντα να μην ταξιδεύει νύχτα, παρά μετά τα μεσάνυχτα μόνο, σαν θα ‘χε μέρα μπροστά του, παρά τον καιρό και τα ενδεχόμενα. Καμιά φορά χρειαζότανε να πλησιάσει κανένα από τα αγαπημένα του λιμανάκια που βρισκόντουσαν μέσα στον κόλπο. Ήταν η Χοντρή Άμμος, το Ελαφοκλήσι, ο Αη -Σώστης, το Απάγκιο και ο Χαμογιαλός. Τώρα όμως έπρεπε να είναι την παραμονή του Αγίου Βασιλείου στο νησί, για να δώσει τις παραγγελίες και να γιορτάσουν όλοι χαρούμενοι την Πρωτοχρονιά.
Κατά τις τρεις μετά τα μεσάνυχτα, σηκώθηκε πολύ δυνατός άνεμος. Για μεγαλύτερη σιγουριά, επειδή ακόμα δεν είχε βγει ήλιος, ο καπετάν Ηλίας άραξε στη Χοντρή Άμμο.
Ο άνεμος κόπασε σε λίγη ώρα και ο καπετάνιος χωρίς να χάσει ώρα ξεκίνησε πάλι το ταξίδι προς το Τρίκερι. Ο ήλιος είχε αρχίσει να φαίνεται, όταν πάλι άρχισε δυνατός άνεμος. Ο καπετάν Ηλίας γύρισε και έριξε άγκυρα στο Ελαφοκλήσι, αλλά η ώρα περνούσε και ο άνεμος δε σταματούσε. Ο καπετάνιος σκεφτότανε τα εμπορεύματα.
Κάθε Χριστούγεννα, Πρωτοχρονιά, Λαμπρή, η βρατσέρα του έφτανε στο νησί γεμάτη ψώνια, για να γιορτάσει ο κόσμος τις μέρες αυτές.
Ο Ηλίας της Μπαμπλένως ήταν τίμιος και ειλικρινής άνθρωπος. Μία μόνο απάτη είχε κάνει όταν ήταν πάρα πολύ νέος – το κρίμα του το είχε εξομολογηθεί τότε στον πνευματικό, κι από τότε το διηγιόταν σε πολλούς ανθρώπους. Με το δασκάλεμα ενός γεροντότερου, που φαινόταν να είναι έμπειρος σε τέτοιες δουλειές, είχαν κρατήσει για λογαριασμό τους μερικές δεκάδες κεραμίδια από τα κεραμουργεία των Ωρεών.
Αλλά μόλος είχε γίνει η κλοπή, όταν έσκυψε ο Ηλίας να λύσει το σκοινί της φελούκας για να ανεβεί στο πλοίο, μια τεράστια σμέρνα πήδησε έξω από μια σχισμή βράχου ή κάποια φωλιά εκεί κοντά και του κατασπάραξε τα κρέατα στο δεξιό του αντιβραχίονα με τα τρομερά καθώς θηρίου δόντια της.
Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά για τον νεαρό τότε ναυτικό.
Η σμέρνα είχε σταλεί από το Θεό για να τον τιμωρήσει. Ακόμα και ύστερα από είκοσι χρόνια, ο Ηλίας έδειχνε τις ουλές από το φοβερό δάγκωμα σε όλους, σε όσους διηγιόταν το γεγονός αυτό, που ήταν εντελώς αληθινό, όπως φαίνεται.
Ευτυχώς, μετά την ανατολή του ήλιου, ο ανατολικός άνεμος άρχισε να ηρεμεί, κι έπειτα ησύχασε εντελώς. Ο καπετάν Ηλίας, που είχε βγει με τη βαρκούλα έξω στα λιγοστά βράχια που έκλειναν το λιμάνι στα ανατολικά, και κοίταζε να μαζέψει κοχύλια και πεταλίδες που έβοσκαν εκεί σε μεγάλο αριθμό, στον ίσκιο του βράχου της θάλασσας, με λύπη του άφησε το αγαπημένο του λιμανάκι – ήταν μια ποιητικότατη μικρή αγκαλιά της γης, όπου ημέρευαν τα άγρια κύματα και γυάλιζε γαλανή η θάλασσα – κι έβαλε πλώρη πάλι ανατολικά.
Τώρα θα έβγαινε πια στο ανοιχτό πέλαγος, κι ο Θεός βοηθός!
Πολύ χορευτικό και με απότομα σκαμπανεβάσματα ήταν εκείνο το πέρασμα. Το πέλαγος,αχαλίνωτο, με τις λευκές χαίτες των κυμάτων να ορθώνονται και να αναπηδούν αδιάκοπα, πλέοντας σε έναν άγνωστο δρόμο προς τον ατέλειωτο υγρό κύκλο, πηγαίνοντας προς το άπειρο, προς την αιωνιότητα, αχόρταγο, είχε φάει πολλά σκάφη και σκελετούς, πολλά σκαριά πλοίων και πολλά κουφάρια ανθρώπων. Οι καλές νοικοκυράδες, οι ευλαβικές χριστιανές, γύρω στα χωριά και στα νησιά, μαγείρευαν θαυμάσια ροφούς, συναγρίδες και όλα τα μεγάλα νόστιμα ψάρια. Αλλά πού να δοκιμάσουν το φαγητό στη γεύση, να το δουν στο αλάτι! Εκείνα τα ψάρια ήταν πιθανό να είχαν γευτεί πνιγμένους ανθρώπους, και ποια καλή χριστιανή θα τα έβαζε ποτέ στο στόμα της!
Η μπρατσέρα, αφού παρέκαμψε το Τρίκκερι, και είχε απομακρυνθεί περίπου ένα μίλι στο πέλαγος, άρχισε να κουνιέται πολύ δυνατά στα πλευρά, από τα αριστερά στα δεξιά. Ο άνεμος είχε δυναμώσει και γύρισε σε Γραίγο (ΒΑ).
Ο κυβερνήτης πρόσταξε το ναύτη και το μούτσο του να ποδίσουν (να διακόψουν την πορεία), κι αφού έστριψαν μπήκαν στον Άι-Σώστη, στο λιμανάκι που είχε το όνομα του, κι έριξαν άγκυρα. Α! τώρα αντίκριζαν το ωραίο καταπράσινο νησί, που ήταν σαν παράδεισος φυτεμένος ανάμεσα στα τέσσερα πέλαγα, που το έβρεχαν όπως παλιά οι τέσσερις ποταμοί τον κήπο της Εδέμ.
Δε βρίσκονταν πια μακριά. Ήταν σε δέκα μίλια απόσταση, και να έσκαζε ο εχθρός, ως την άλλη μέρα, στις 31, όλοι οι άνεμοι θα ηρεμούσαν, και η μπρατσέρα θα έφτανε στο τέρμα της πορείας της.
Νύχτωσε κιόλας. Ο  Hλίας της Μπαμπλένως είχε αποφασίσει, πριν φέξει η άλλη μέρα, μετά τα μεσάνυχτα, κοντά στα χαράματα, να ξεκινήσει για το ποθητό τέρμα του ταξιδιού του.
Πράγματι, ο Άι-Σώστης τους βοήθησε, και δεν χρειάστηκε πια, όταν με το πρώτο φώς της αυγής ξεκίνησαν, να καταφύγουν και στα άλλα δύο λιμανάκια, ούτε στο Απάγκειο, ούτε στο Χαμογιαλό. Ήταν γαλήνη τις πρωινές ώρες. Αλλά το σκάφος δεν προχωρούσε. Για αυτό έδεσε το σκοινί με τη φελούκα. Ο καπετάν Ηλίας κι ο ναύτης του τραβούσαν κουπί και ρυμουλκούσαν το πλοίο. Μόνο ο μικρός μούτσος έμεινε πάνω στη βρατσέρα και κρατούσε το πηδάλιο.
Κατά κακή τύχη, όταν πλησίαζαν στη δυτική ακτή του νησιού, δυνατός πελαγίσιος άνεμος ήρθε πάλι από τα αριστερά, και το μικρό σκάφος άρχισε θλιβερά να κλυδωνίζεται. Ο Ηλίας της Μπαμπλένως κι ο ναύτης του έλυσαν το σκοινί, ανέβηκαν στη μπρατσέρα και πήραν στα χέρια τους τα ξάρτια και το πηδάλιο. Κατέβασαν τα πανιά, και το σκάφος έμεινε να ταξιδεύει χωρίς αυτά.
Να περάσει κανείς όλο τον κόλπο και το πέλαγος, να αράξει σε τρία λιμανάκια – στη Χονδρή Άμμο, στο Ελαφοκλήσι και στον Άι-Σώστη – και μόνο στο Απάγκειο και στο Χαμόγιαλο να μην καταφύγει – να φτάσει κάτω από την Σκιάθο, κι αντί να σε προστατέψει η χαριτωμένη ακτή του ωραίου νησιού, να σε κλυδωνίζει και να σε χορεύει διαβολικό χορό ο πελαγίσιος άνεμος! Και μάλιστα να ξημερώνει Πρωτοχρονιά, και να κοντεύει η μέρα της παραμονής να βραδιάσει! Ε, αυτό ήταν μεγάλη ατυχία, πρέπει να το παραδεχτούμε.
Και αν μπορούσε τουλάχιστον ο καπετάν Ηλίας, όπως έσωσε τον εαυτό του, τους ανθρώπους και το σκάφος, να σώσει όλες τις παραγγελίες και τα εμπορεύματα! Αλίμονο! Πρώτη φορά στη ζωή του βρέθηκε στη σκληρή ανάγκη να ρίξει ένα μέρος του φορτίου στη θάλασσα! Και πρώτα έριξε στο βυθό κοντά στην ακτή τρία βαρέλια ρούμι, που ήταν όμως βέβαιος πως θα βρίσκονταν σχεδόν απείραχτα την άλλη μέρα, όταν θα έπαυε η τρικυμία.
Η μπρατσέρα πάλευε, μόλις δύο μίλια μακριά από το λιμάνι, αντίκρυ σε μια απόκρημνη ακτή, ωστόσο δεν μπορούσε να πλησιάσει. Έπειτα έριξε στη θάλασσα ένα σακί με ρύζι και δυο κασόνια με σαπούνια. Το αμπάρι άδειασε αρκετά, και ξαλάφρωσε το σκάφος.
Ας έσωζε τουλάχιστον τις παραγγελίες! Αλλά πίσω στην καμπίνα, κοντά στα άλλα ψώνια, ήταν ένα πακέτο από χαρτόνι γεμάτο βαριά σίδερα, εργαλεία, κι από πάνω, ένα ψαλίδι που το είχε παραγγείλει στον καπετάν Ηλία να της το φέρει από το Βόλο η Μαριώ η Μαλλίνα. Ο ναύτης, σύμφωνα με τη διαταγή του κυβερνήτη, έριξε αυτό το βαρύ πράγμα στη θάλασσα. Και μαζί με τα άλλα σίδερα, πήγε και το ψαλίδι στον πάτο.
Αχ και να το έβλεπε η Μαριώ η Μαλλίνα, πως καταποντίστηκε έτσι το ψαλίδι της, πόσα θα έκοβε η γλώσσα της ενάντια στον καπετάν Ηλία.
Αλλά, πάνω από τα σίδερα και το ψαλίδι, στο ίδιο πακέτο, ήταν και οι κόκκινες μυτερές παντόφλες της Μαργαρώς της Πασσίνας, οι κουντούρες. Από απροσεξία του ναύτη, πήγαν κι οι παντόφλες μαζί με τα σίδερα. Ο καπετάν Ηλίας πρόλαβε και τις είδε για μια στιγμή, σαν να είχαν φτερά, να χοροπηδούν, πριν βυθιστούν στο κύμα. Αχ, πόσο λυπήθηκε! Και τι θα έλεγε στη γειτόνισσά του, τη Μαργαρώ της Πασσίνας;
Το μόνο πράγμα από όλες τις παραγγελίες που σκόπιμα το έριξαν στη θάλασσα, ήταν η «σβάρνα», σαν σχεδία για τη στεριά από χοντρές σανίδες δεμένες με σίδερα, που αγοράστηκε σύμφωνα με την παραγγελία του ζευγολάτη, του Γιάννη του Αντώναρου. Και την ώρα που η μπρατσέρα άρχισε, τελικά, να προστατεύεται από τον άνεμο, και να μπαίνει στο λιμάνι, στο ηλιοβασίλεμα, ενώ προσπερνούσε το Καλαμάκι, τον κάβο που κλείνει από τα δυτικά το λιμάνι, ο καπετάν Ηλίας νόμισε πως έβλεπε μια κάπα και μια ανθρώπινη κατατομή, να στέκει πάνω στο βράχο και να χειρονομεί προς το μέρος της μπρατσέρας. Πίστεψε πως θα ήταν ο Γιάννης ο Αντώναρος, που θα ρωτούσε, βέβαια, από μακριά τον κυβερνήτη αν του έφερε τη σβάρνα. Αλλά τη φωνή την έπαιρνε ο άνεμος.
Όταν όμως η μπρατσέρα πλησίασε, μόλις νύχτωσε, στον βράχο του Επάνω Μαχαλά, ο Ηλίας της Μπαμπλένως άκουσε καθαρά τη διαπεραστική φωνή της Μαργαρώς της Πασσίνας, της γειτόνισσας του:
-Θυμήθηκες να μου φέρεις τις κουντούρες, καπετάν Ηλία;"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.