Τετάρτη, 11 Απριλίου 2012

ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ

   Και ένα κοινωνικό Ευαγγέλιο από τον «Άγιο των Γραμμάτων» μας, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, για τον πόνο του αποκλεισμού από το κοινωνικό γίγνεσθαι και την οδύνη της αδυναμίας συμμετοχής στην Ανάσταση της ζωής…
"ΧΩΡΙΣ ΣΤΕΦΑΝΙ"
Τάχα δν τον οκοκυρ κι ατ στ σπίτι της κα στν αλήν της; Τάχα δν το κι ατ ναν καιρν νέα μ νατροφήν; Εχε μάθει γράμματα ες τ σχολεα. Εχε πάρει τ δίπλωμά της π τ ρσάκειον.
Κι τήρει λα τ χρέη της τ κοινωνικά, κα μετήρχετο τ οκιακ ργα της καλλίτερ᾿ π καθεμίαν. Εχε δ μεγάλην καθαριότητα ες τ σπίτι της, κι ες τ κατώφλιά της, πρόθυμη ν᾿ σπρίζ κα ν σφουγγαρίζ, χωρς ποτ ν βαρύνεται κα χωρς ν δεικνύ τν παραξενιν κείνην, τις εναι συνήθης ες λας τς γυνακας, τς γαπώσας μέχρις περβολς τν καθαριότητα. Κα ταν μβαινεν Μεγάλη βδομάς, διπλασίαζε τ σπρίσματα κα τ πλυσίματα, τόσον, πο καμνε τ πάτωμα ν᾿ στράφτ κα τν τοχον ν ζηλεύ τ πάτωμα.

ρχετο Μεγάλη Πέμπτη κα ατ ναφτε τ φωτιάν της, στηνε τν χύτραν της, κι βαφε κατακόκκινα τ πασχαλιν αγά. στερον τοίμαζε τν λεκάνην της, γονάτιζεν, σταύρωνε τρες φορς τ᾿ λερι κι ζύμωνε καθαρ κα τεχνικ τς κουλορες, κι νέπηγε σταυροειδς πάνω τ κόκκινα αγά. Κα τ βράδυ, ταν νύχτωνε, δν τόλμα ν πάγ ν᾿ νακατωθ μ τς λλας γυνακας, δι ν κούση τ Δώδεκα Εαγγέλια. θελε ν τον τρόπος ν κρυβ πίσω π τ ντα καμις ψηλς κα χονδρς ες τν κραν ορν λου το στίφους τν γυναικν, κολλητ μ τν τοχον, λλ᾿ φοβετο, μήπως γυρίσουν κα τν κοιτάξουν.
Τν Μεγάλην Παρασκευήν, λην τν μέραν, ρρέμβαζε κι κλαιε μέσα της, κι μοιρολολοσε τ νιάτα της, κα τ φίλτατά της, σα εχε χάσει, κα νειρεύετο ξυπνητή, κι μελετοσε ν πάγ κι ατ τ βράδυ, πρν ρχήση κολουθία, ν᾿ σπασθ κλεφτ κλεφτ τν πιτάφιον, κα ν φύγ, καθς Αμόρρους κείνη, κλέψασα τν ασίν της π τν Χριστόν. λλ τν τελευταίαν στιγμήν, ταν ρχιζε ν σκοτεινιάζ, τς λλειπε τ θάρρος κα δν πεφάσιζε ν πάγ. Τς ρχετο παλμός.
ργ τν νύκτα, ταν ερ πομπή, μετ σταυρν κα λαβάρων κα κηρίων, ξήρχετο το ναο, ν μέσ ψαλμν κα μολπν κα φθόγγων, ναλλξ τς μουσικς τν ρφανν Χατζηκώστα, κα θόρυβος κα πλθος κα κόσμος ες τ σκιόφως πολύς, τότε Γιαμπής, πίτροπος, προέτρεχεν ν φθάση ες τν οκίαν του, δι ν φορέσ τν μεταξωτν κεντητόν του σκοφον, κα κρατν τ λέκτρινον κομβολόγιόν του ν ξέλθ ες τν ξώστην μ τ ματαιουμένην π τους ες τους λπίδα, τι ο ερες θ πεφάσιζον ν κάμουν στάσιν κα ν᾿ ναπέμψουν δέησιν π τν ξώστην του, τότε κα πτωχ ατή, Χρηστίνα Δασκάλα (πως τν λεγαν ναν καιρν ες τν γειτονιάν), ες τ μικρν παράθυρον τς οκίας της, μισοκρυμμένη πισθεν το παραθυροφύλλου, κράτει τν λαμπαδίτσαν της, μ τ φς σα μ τν παλάμην της, κι ρριπτεν φθονον μοσχολίβανον ες τ πήλινον θυμιατόν, προσφέρουσα μακρόθεν τ μύρον ες κενον, στις δέχθη ποτ τ ρώματα κα τ δάκρυα τς μαρτωλο, κα μ τολμώσα γγύτερον ν προσέλθη κα σπασθ τος χράντους κα λοτρήτους κα αμοσταγες πόδας Του.
Κα τν Κυριακν τ πρωί, βαθι τ μεσάνυκτα, στατο πάλιν μισοκρυμμένη ες τ παράθυρον, κρατοσα τν νωφελ κα λειτούργητην λαμπάδα της, κα κουε τς φωνς τς χαρς κα τος κρότους κι βλεπε κι ζήλευε μακρόθεν κείνας, που πέστρεφαν τρέχουσαι, φρο φρού, π τν κκλησίαν, φέρουσαι τς λαμπάδας των λειτουργημένας, ναμμένας, ως τ σπίτι, ετυχες, κα μέλλουσαι ν διατηρήσωσι δι᾿ λον τν χρόνον τ γιον φς τς ναστάσεως. Κα ατ κλαιε κι μοιρολογοσε τ φθαρεσαν νεότητά της.
Μόνον τ πόγευμα τς Λαμπρς, ταν σήμαινον ο κώδωνες τν ναν δι τν γάπην, τ Δευτέραν νάστασιν καλούμενην, μόνον τότε τόλμα ν ξέλθ π τν οκίαν, θορύβως κα λαφρ πατοσα, τρέχουσα τν τοχον – τοχον, κολλώσα π τοχον ες τοχον, μ σχμα κα μ τρόπον τοιοτον ς ν μελλε ν εσέλθ διά τι θέλημα ες τν αλν καμμις γειτονίσσης. Κα π τοχον ες τοχον φθανεν ες τ βόρειον πλευρν το ναο, κα δι τς μικρς πλαγινς θύρας, κρυφ κα κλεφτ μβαινε μέσα.
Εις τας Αθήνας, ως γνωστόν, η πρώτη Ανάστασις είνε για της κυράδες, η δευτέρα για της δούλαις. Η Χριστίνα η Δασκάλα εφοβείτο τας νύκτας να υπάγη εις την Εκκλησίαν, μήπως την κυττάξουν, και δεν εφοβείτο την ημέραν, να μην την ιδούν. Διότι η κυράδες την εκύτταζαν, η δούλαις την έβλεπαν απλώς. Εις τούτο δε ανεύρισκε μεγάλην διαφοράν. Δεν ήθελε ή δεν ημπορούσε να έρχεται εις επαφήν με τας κυρίας, και υπεβιβάζετο εις την τάξιν των υπηρετριών. Αυτή ήτο η τύχη της.
Ωραίον και πολύ ζωντανόν, και γραφικόν και παρδαλόν, ήτο το θέαμα. Οι πολυέλεοι ολόφωτοι αναμμένοι, αι άγιαι εικόνες στίλβουσαι, οι ψάλται αναμέλποντες τα Πασχάλια, οι παπάδες ιστάμενοι με το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν επί των στέρνων, τελούντες τον Ασπασμόν. Η δούλαις με τας κορδέλλας των και με τας λευκάς ποδιάς των, εμοίραζαν βλέμματα δεξιά και αριστερά, κι εφλυάρουν προς αλλήλας, χωρίς να προσέχουν εις την ιεράν ακολουθίαν. Η παραμάναις ωδήγουν από την χείρα τριετή και πενταετή παιδία και κοράσια, τα οποία εκράτουν τας χρωματιστάς λαμπάδας των, κι έκαιον τα χρυσόχαρτα με τα οποία ήσαν στολισμέναι, κι έπαιζαν κι εμάλωναν μεταξύ των, κι εζητούσαν να καύσουν όπισθεν τα μαλλιά τού προ αυτών ισταμένου παιδίου. Οι λούστροι έρριπτον πυροκρόταλα εις πολλά άγνωστα μέρη εντός του ναού, και κατετρόμαζον ταις δούλαις. Ο μοναδικός αστυφύλαξ τους εκυνηγούσε, αλλ’ αυτοί έφευγαν από την μίαν πλαγινήν θύραν, κι ευθύς επανήρχοντο διά της άλλης. Οι επίτροποι εγύριζον τους δίσκους κι έρραινον με ανθόνερον ταις παραμάναις.
Δύο ή τρεις νεαραί μητέρες της κατωτέρας τάξεως του λαού, επτά ή οκτώ παραμάναις, εκρατούσαν πεντάμηνα και επτάμηνα βρέφη εις τας αγκάλας. Τα μικρά ήνοιγον τεθηπότα τους γλυκείς οφθαλμούς των, βλέποντα απλήστως το φως των λαμπάδων, των πολυελέων και μανουαλίων, τους κύκλους και τα νέφη του ανερχομένου καπνού του θυμιάματος και το κόκκινον και πράσινον φως το διά των υάλων του ναού εισερχόμενον, το ανεμίζον ράσον του εκκλησάρχου καλογήρου, τρέχοντος μέσα-έξω εις διάφορα θελήματα, τα γένεια των παπάδων σειόμενα εις πάσαν κλίσιν της κεφαλής, εις πάσαν κίνησιν των χειλέων, διά να επαναλάβουν εις όλους το Χριστός ανέστη. Βλέποντα και θαυμάζοντα όλα όσα έβλεπον, τα στίλβοντα κομβία και τα στρημμένα μουστάκια του αστυφύλακος, τους λευκούς κεφαλοδέσμους των γυναικών, και τους στοίχους των άλλων παιδίων, όσα ήσαν αραδιασμένα εγγύς και πόρρω, παίζοντα με τους βοστρύχους της κόμης των βασταζουσών, και ψελλίζοντα ανάρθρους αγγελικούς φθόγγους.
Δύο οκτάμηνα βρέφη εις τας αγκάλας δύο νεαρών μητέρων, αίτινες ίσταντο ώμον με ώμον πλησίον μιας κολώνας, μόλις είδαν το έν το άλλο, και πάραυτα εγνωρίσθησαν και συνήψαν σχέσεις, και το έν, ωραίον και καλόν και εύθυμον, έτεινε την μικράν απαλήν χείρά του προς το άλλο, και το είλκε προς εαυτό, και εψέλλιζεν ακαταλήπτους ουρανίους φθόγγους.
Αλλ’ η φωνή του βρέφους ήτο λιγεία, και ηκούσθη ευκρινώς εκεί γύρω, και ο Γιαμπής ο επίτροπος δεν ηγάπα ν’ ακούη θορύβους. Εις όλας τας νυκτερινάς ακολουθίας των Παθών πολλάκις είχε περιέλθει τας πυκνάς των γυναικών τάξεις διά να επιπλήξη πτωχήν τινα μητέρα του λαού διότι είχε κλαυθμηρίσει το τεκνίον της. Ο ίδιος έτρεξε και τώρα να επιτιμήση και αυτήν την πτωχήν μητέρα διά τους ακάκους ψελλισμούς του βρέφους της.
Τότε η Χριστίνα η δασκάλα, ήτις ίστατο ολίγον παρέκει, οπίσω από τον τελευταίον κίονα, κολλητά με τον τοίχον, σύρριζα εις την γωνίαν, εσκέφθη ακουσίως της -και το εσκέφθη όχι ως δασκάλα, αλλ’ ως αμαθής και ανόητος γυνή οπού ήτον- ότι, καθώς αυτή ενόμιζε, κανείς, ας είνε και επίτροπος ναού, δεν έχει δικαίωμα να επιπλήξη πτωχήν νεαράν μητέρα διά τους κλαυθμηρισμούς του βρέφους της, καθώς δεν έχει δικαίωμα να την αποκλείση του ναού διότι έχει βρέφος θηλάζον. Καθημερινώς δεν μεταδίδουν την θείαν κοινωνίαν εις νήπια κλαίοντα; Και πρέπει να τα αποκλείσουν της θείας μεταλήψεως διότι κλαίουν; Έως πότε όλη η αυστηρότης των «αρμοδίων» θα διεκδικήται και θα ξεθυμαίνη μόνον εις βάρος των πτωχών και των ταπεινών;
Εκ του μικρού τούτου περιστατικού, η Χριστίνα έλαβεν αφορμήν να ενθυμηθή ότι προ χρόνων, μίαν νύκτα, κατά την ύψωσιν του Σταυρού, όταν επήγε να εκκλησιασθή εις τον ναΐσκον του Αγί ου Ελισσαίου, παρά την Πύλην της Αγοράς, ενώ ο αναγνώστης έλεγε τον Απόστολον, όταν απήγγειλε τας λέξεις «τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός», αίφνης, κατά θαυμασίαν σύμπτωσιν, από τον γυναικωνίτην έν βρέφος ήρχισε να ψελλίζη μεγαλοφώνως, αμιλλώμενον προς την φωνήν του αναγνώστου. Και οποίαν γλυκύτητα είχε το παιδικόν εκείνο κελάδημα! Τό σον ωραίον πρέπει να ήτο το Ωσαννά το οποίον έψαλλον το πάλαι οι παίδες των Εβραίων προς τον ερχόμενον Λυτρωτήν. «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων κατηρτίσω αίνον, ένεκα των εχθρών σου, του καταλύσαι εχθρόν και εκδικητήν».
Τοιαύτα ανελογίζετο η Χριστίνα, σκεπτομένη ότι καμμία μήτηρ δεν θα ήτο τόσον αφιλότιμος ώστε να μη στενοχωρήται, και να μη σπεύδη να κατασιγάση το βρέφος της, και να μη παρακαλή ν’ ανοιχθή πλησίον της εις τον τοίχον, διά θαύματος, θύρα, διά να εξέλθη το ταχύτερον. Περιτταί δε ήσαν αι νουθεσίαι του επιτρόπου, πρόσθετον προκαλούσαι θόρυβον, και αφού προς βρέφος θηλάζον όλα τα συνήθη μέσα της πειθούς είναι ανίσχυρα, μόνη δε η μήτηρ είνε κάτοχος άλλων μέσων πειθούς, την χρήσιν των οποίων περιττόν να έλθη τρίτος τις διά να της υπενθυμίση. Κι έπειτα λέγουν ότι οι άνδρες έχουν περισσότερον μυαλό από τας γυναίκας!
Ούτω εφρόνει η Χριστίνα. Αλλά τι να είπη; Αυτής δεν της έπεφτε λόγος. Αυτή ήτον η Χριστίνα η δασκάλα, όπως την έλεγαν έναν καιρόν. Παιδία δεν είχε διά να φοβήται τας επιπλήξεις του επιτρόπου. Τα παιδία της τα είχε θάψει, χωρίς να τα έχη γεννήσει. Και ο ανήρ τον οποίον είχε δεν ήτο σύζυγός της.
Ήσαν ανδρόγυνον χωρίς στεφάνι.
Χωρίς στεφάνι! Οπόσα τοιαύτα παραδείγματα!...
Αλλά δεν πρόκειται να κοινωνιολογήσωμεν σήμερον. Ελλείψει όμως άλλης προνοίας, χριστιανικής και ηθικής, διά να είνε τουλάχιστον συνεπείς προς εαυτούς και λογικοί, οφείλουν να ψηφίσωσι τον πολιτικόν γάμον.
Από τον καιρόν οπού είχεν ανάγκην από τας συστάσεις των κομματαρχών διά να διορίζεται δασκάλα, είς των κομματαρχών τούτων, ο Παναγής ο Ντεληκανάτας, ο ταβερνιάρης, την είχεν εκμεταλλευθή. Άμα ήλλαξε το υπουργείον, και δεν ίσχυε πλέον να την διορίση, της είπεν: «Έλα να ζήσουμε μαζύ, κι αργότερα θα σε στεφανωθώ». Πότε; Μετ’ ολίγους μήνας, μετά έν εξάμηνον, μετά ένα χρόνον.
Έκτοτε παρήλθον χρόνοι και χρόνοι, κι εκείνος ακόμη είχε μαύρα τα μαλλιά, κι αυτή είχεν ασπρίση. Και δεν την εστεφανώθη ποτέ.
Αυτή δεν εγέννησε τέκνον. Εκείνος είχε και άλλας ερωμένας. Κι εγέννα τέκνα με αυτάς.
Η ταλαίπωρος αυτή μανθάνουσα, επιπλήττουσα, διαμαρτυρομένη, υπομένουσα, εγκαρτερούσα, έπαιρνε τα νόθα του αστεφανώτου ανδρός της εις το σπίτι, τα εθέρμαινεν εις την αγκαλιάν της, ανέπτυσσε μητρικήν στοργήν, τα επονούσε. Και τα ανέσταινε, κι επάσχιζε να τα μεγαλώση. Και όταν εγίνοντο δύο ή τριών ετών, και τα είχε πονέσει πλέον ως τέκνα της, τότε ήρχετο ο Χάρος, συνοδευόμενος από την οστρακιάν, την ευλογιάν, και άλλας δυσμόρφους συντρόφους... και της τα έπαιρνεν από την αγκαλιάν της.
Τρία ή τέσσερα παιδία τής είχαν αποθάνει ούτω εντός επτά ή οκτώ ετών.
Κι αυτή επικραίνετο. Εγήρασκε και άσπριζε. Κι έκλαιε τα νόθα του ανδρός της, ως να ήσαν γνήσια ιδικά της. Κι εκείνα τα πτωχά, τα μακάρια, περιίπταντο εις τα άνθη του παραδείσου, εν συντροφία με τ’ αγγελούδια τα εγχώρια εκεί.
Εκείνος ουδέ λόγον της έκαμνε πλέον περί στεφανώματος. Κι αυτή δεν έλεγε πλέον τίποτε. Υπέφερεν εν σιωπή.
Κι έπλυνε κι εσυγύριζεν όλον τον χρόνον. Την Μεγάλην Πέμπτην έβαπτε τ’ αυγά τα κόκκινα. Και τας καλάς ημέρας δεν είχε τόλμης πρόσωπον να υπάγη κι αυτή εις την εκκλησίαν.
Μόνον το απόγευμα του Πάσχα, εις την ακολουθίαν της Αγάπης, κρυφά και δειλά εισείρπεν εις τον ναόν, διά ν’ ακούση το «Αναστάσεως ημέρα» μαζύ με της δούλαις και της παραμάναις.
Αλλ’ Εκείνος όστις ανέστη «ένεκα της ταλαιπωρίας των πτωχών και του στεναγμού των πενήτων», όστις εδέχθη της αμαρτωλής τα μύρα και τα δάκρυα και του ληστού το Μνήσθητί μου, θα δεχθή και αυτής της πτωχής την μετάνοιαν, και θα της δώση χώρον και τόπον χλοερόν, και άνεσιν και αναψυχήν εις τη βασιλείαν Του την αιωνίαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου