Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2011

"ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ"

Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗ
   Ο όρος «ανταπόκριση» δεν είναι αποκλειστικά δηµοσιογραφικός. Βρέθηκε εκεί «εκ µεταφοράς», µεταφράζοντας τον ξενόγλωσσο όρο «ρεπόρτερ», που σηµαίνει «µεταφορέας». Πέρα ωστόσο από τη µεταφορική της λειτουργία, η ανταπόκριση (θετική, αρνητική, πρόχειρη, δυσεύρετη, ανύπαρκτη) εντοπίζεται και σε άλλα πιο κρίσιµα πεδία. Σίγουρα στη φιλία και στον έρωτα. Προπαντός στην πολιτική και στην οικονοµία, όπου το χάσµα ανάµεσα στα έργα και στα λόγια έγινε πια στα καθ’ ηµάς αγεφύρωτο, παρέα µε το δύσοσµο σκουπιδαριό. 
  
εφημ. "ΒΗΜΑ"


     Και µολαταύτα προγραµµατίζεται εκδήλωση (και µάλιστα µεσονύχτια) για την Τετάρτη, γιορτή του Αγίου ∆ηµητρίου, στον «Ιανό», µε την επωνυµία «Ανταποκρίσεις». Η πρόσκληση υπόσχεται διπλή ανταπόκριση: ανάµεσα στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια, κι ανάµεσα στον Αίαντα του Σοφοκλή και στον Αίαντα του Ρίτσου. Προτού περάσω ωστόσο στις όποιες εξηγήσεις, θυµίζω όσα έγραφα τις προάλλες, µε αφορµή τις αφιερώσεις και τα αφιερώµατα:


     Τα σηµαντικά έργα της λογοτεχνίας (της τέχνης γενικότερα)  δεν ξεφυτρώνουν εκ του µηδενός και δεν σκοπεύουν στην αυτάρεσκη αυτονοµία. Οµολογούν ευθαρσώς τις οφειλές και τις αφορµές τους, από όπου πιάνονται, για να κάνουν το δικό τους βήµα, που µπορεί να είναι και άλµα.

    Αυτή την ανταπόκριση ανάµεσα σε παραδειγµατικά κείµενα αναζητεί η εκδήλωση της Τετάρτης, σε ένα πρόγραµµα που µοιράζεται στα δύο, συνδυάζει παρλάτα και ανάγνωση, διαθέτει πρόλογο και επίλογο, και υποστηρίζεται µε µουσική του Νίκου Ξυδάκη – πνευστά ο ∆ηµήτρης Χουντής.


    Στο πρώτο µέρος ακούγεται (σε µετάφραση) η αρχή από την εικοστή τρίτη ραψωδία της Ιλιάδας , που φαίνεται να τη ζήλεψε ο ποιητής της Οδύσσειας κι ανταποκρίθηκε µε τον δικό του τρόπο. Στο πλαίσιο µάλιστα της αποκαλυπτικής του «Νέκυιας», που την λιµπίστηκαν πολλοί – από τον Πάουντ ως τον Σεφέρη και τον Σινόπουλο.


      Έχει προηγηθεί η «Εκτορος αναίρεσις», µε τα φριχτά της παρεπόµενα, προκαλώνοντας πάνδηµο θρήνο – εξάρχοντες ο Πρίαµος, η Εκάβη και η Ανδροµάχη. Κι ενώ οι Τρώες στενάζουν αποκλεισµένοι στα τείχη της Τροίας, οι Αχαιοί σκορπίζουν στα καράβια για δείπνο και χαλάρωση. Οι Μυρµιδόνες όµως συνάρµατοι «µουσκεύουν την αµµουδιά στο δάκρυ», µοιρολογώντας τον νεκρό Πάτροκλο, κι ύστερα αποσύρονται για δείπνο και ύπνο στις σκηνές τους. Μόνος ο Αχιλλέας ξαγρυπνά, βαδίζοντας στο περιγυάλι, ωσότου ο ύπνος νήδυµος κλείνει και τα δικά του βλέφαρα.


      Τότε εµφανίζεται µπροστά του το φάσµα του Πατρόκλου. Ιδιος και απαράλλαχτος «στο ανάστηµα, στα ωραία µάτια, στη φωνή, στα ρούχα γύρω στο κορµί». Ψέγει τον Αχιλλέα που κοιµάται, γυρεύει να τον θάψει, για να µπορέσει να διαβεί τις πύλες του Αδη, ολοφυρόµενος αναζητεί το χέρι του φίλου του, προλέγει τον θάνατό του, και παραγγέλλει: τα οστά των δύο να σµίξουν τότε στην ίδια υδρία, σ’ εκείνον τον χρυσό αµφορέα που χάρισε η Θέτις στον γιο της.


    Μέσα στον ύπνο του ο Αχιλλέας υπόσχεται πως θα τηρήσει όσα ο νεκρός του φίλος ζήτησε, κι ύστερα απλώνει τα χέρια του, θέλοντας να τον αγκαλιάσει. Μόνο που πέφτει σε κενό: ο ίσκιος του Πατρόκλου έχει ξεφύγει σαν καπνός και τρίζοντας βυθίζεται κάτω από το χώµα.


   Σ’ αυτή λοιπόν τη συγκλονιστική ιλιαδική σκηνή ανταποκρίνεται ο ποιητής της Οδύσσειας στο πρώτο µέρος της «Νέκυιας», όπου ο Οδυσσέας βρίσκεται ζωντανός στον κάτω κόσµο, συνοµιλώντας µε δικούς και φίλους, γυρεύοντας από τον Τειρεσία πρόβλεψη του νόστου του. Τον προλαβαίνει ωστόσο η ψυχή του αστόχαστου Ελπήνορα, που παίρνει αυτός το ένα θέµα της πρότυπης ιλιαδικής σκηνής: παρακαλώντας, όπως ο Πάτροκλος, την άµεση ταφή του, κι ένα σηµαδιακό κουπί πάνω στον τύµβο του. Ο Οδυσσέας ανταποκρίνεται.


    Το άλλο θέµα του αδύνατου εναγκαλισµού το επιφυλάσσει ο ποιητής για τη µάνα του Οδυσσέα, την Αντίκλεια. Ποθώντας να τη σφίξει πάνω του ο γιος της, απλώνει τρεις φορές τα χέρια του, κι εκείνη τρεις φορές, σαν όνειρο, ξεφεύγει. Κι όταν αυτός πονώντας διαµαρτύρεται, η ψυχή της Αντίκλειας του εξηγεί το αναπόφευκτο: Αυτή είναι η µοίρα των βροτών, όταν κάποιος πεθαίνει: / δεν συγκρατούνε πια τα νεύρα του τις σάρκες και τα κόκαλά του· όλα τους τα δαµάζει το µένος της πυράς / που λαµπαδιάζει, αφού η ζωή του φύγει κι αφήσει τα λευκά του οστά – / µόνο η ψυχή πάει πέταξε σαν όνειρο και φτερουγίζει
Όσοι ενδιαφέρονται και για την άλλη ανταπόκριση (του Σοφοκλή στην Ιλιάδα, του Ρίτσου στον Σοφοκλή) γύρω από τη µορφή και την τραγική µοίρα του Αίαντα, µπορούν να ακούσουν τα σχετικά επί τόπου, την Τετάρτη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.